Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Το ελληνικό παράδοξο στην επιστημονική έρευνα - Το Βήμα


Το παρακάτω άρθρο είναι συνδημοσίευση  με τον καθηγητή Βιοπληροφορικης του Πανεπιστημιου Θεσσαλίας, τον "σύντρολο" Παντελή Μπάγκο.

Το επιστημονικό περιοδικό Nature, δημοσίευσε πρόσφατα μια μελέτη (http://www.natureindex.com) που απαριθμεί τα άρθρα υψηλής επιστημονικής απήχησης του τελευταίου χρόνου (τις εργασίες που έχουνε δημοσιευτεί σε μια συλλογή απο τα σημαντικότερα διεθνή επιστημονικά περιοδικά). Με βάση αυτούς τους πίνακες, που μετράνε παραγωγικότητα έρευνας υψηλού επιπέδου χωρίς καμμία άλλη στάθμιση (δείκτης WFC), η Ελλάδα, κατατάσεται στην 32η θέση στον κόσμο, ενώ βρίσκεται στην προτελευταία ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) πριν την διεύρυνση του 2004 (προσπερνάει το Λουξεμβούργο).

Βρίσκεται λοιπόν η Ελληνική επιστημονική έρευνα σε τόσο μεγάλη απαξίωση; Μια προσεχτικότερη ματιά στους πίνακες δείχνει κάτι απλό: η σειρά των χωρών στη λίστα, θυμίζει πάρα πολύ τη σειρά των χωρών με βάση το συνολικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), έναν δείκτη που αντικατοπτρίζει την οικονομική δραστηριότητα αλλά και το μέγεθος της κάθε χώρας (η Ελλάδα στη σχετική λίστα βρίσκεται, παρά την ύφεση, στην 43η θέση παγκοσμίως, http://data.worldbank.org/, στοιχεία 2012-2013). Κατά συνέπεια, ο συντελεστής συσχέτισης του δείκτη WFC με το ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ, αλλά και με το συνολικό ποσό επένδυσης στην έρευνα για κάθε χώρα, είναι περίπου 95%. Όσο περισσότερα λεφτά έχεις, τόσο περισσότερη έρευνα υψηλής ποιότητας παράγεις. Καμμία έκπληξη. Αξίζει να σημειωθεί, ότι αν η ανάλυση επαναληφθεί στις πρώτες 33 χώρες στη λίστα του Nature (που περιλαμβάνει πάνω-κάτω τις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ), τα αποτελέσματα είναι παρόμοια.

Ένας σταθμισμένος δείκτης που είναι ανεξάρτητος απο την ποσότητα της έρευνας και το μέγεθος της χώρας, βασίζεται στις αναφορές των δημοσιευμένων επιστημονικών εργασιών απο άλλες επιστημονικές εργασίες (http://www.scimagojr.com, στοιχεία 2011-2013). Εκφράζεται ως ο λόγος των αναφορών προς τον αριθμό των εργασιών, και κάνει μια εκτίμηση της απήχησης της έρευνας, χωρίς παραδοχές για την ποιότητα του περιοδικού δημοσίευσης. Επειδή είναι ήδη σταθμισμένος, δείχνει μια μάλλον αμελητέα συσχέτιση με το ΑΕΠ και το συνολικό ποσό επένδυσης στην έρευνα, αλλά μια αξιοπρόσεχτη συσχέτιση μόνο με το ποσοστό του ΑΕΠ που επενδύεται στην έρευνα, ~70%. Όσο περισσότερα λεφτά βάζεις στην έρευνα αναλογικά με το ΑΕΠ, τόσο πιό μεγάλη απήχηση έχει η έρευνα που παράγεις.

Με βάση τις υψηλές συσχετίσεις αυτών των τριών ζευγαριών αξιολόγησης, μπορέσαμε να φτιάξουμε ένα απλό μοντέλο που προβλέπει τον δείκτη WFC με βάση το ΑΕΠ και με βάση το συνολικό ποσό επένδυσης στην έρευνα, και τον δείκτη ετεροαναφορών ανά εργασία με βάση το ποσοστό του ΑΕΠ που επενδύει καθε χώρα στην έρευνα. Από αυτό το μοντέλο μπορούμε να υπολογίσουμε την απόκλιση, θετική ή αρνητική, κάθε χώρας απο το αναμενόμενο.

Η Ελλάδα τα πάει κατά 29% καλύτερα απο το αναμενόμενο με βάση το ποσοστό του ΑΕΠ που επενδύεται στην έρευνα (και βρίσκεται στην δεύτερη θέση) και κατά 48% καλύτερα απο το αναμενόμενο με βάση το συνολικό ποσό επένδυσης στην έρευνα, και βρίσκεται στην τρίτη θέση μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο (48%). Όταν όμως συγκρίνουμε την απόκλιση της Ελλάδας με βάση το συνολικό ΑΕΠ, αυτή βρίσκεται στο -15% απο το αναμενόμενο, στην 19η θέση ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ.

Η ανάλυση αυτή είναι φυσικά περιορισμένη, και η επιλεγμένη μεθοδολογία (εκθετικά μοντέλα, μέτρηση απόκλισης ως ποσοστό διαφοροποίησης της πραγματικής τιμής απο την αναμενόμενη), καθώς και τα πρωτογενή δεδομένα (επιλογή δεικτών) μπορούν να αμφισβητηθούν. Επίσης, θα πρέπει να σημειώσουμε οτι σε όλες αυτές τις αναλύσεις η συσχέτιση (correlation) δεν σημαίνει υποχρεωτικά αιτιώδη συνάφεια (causation), αν και ειδικά στην περίπτωση του ζεύγους ΑΕΠ και ερευνητική παραγωγή, υπάρχουν εμπειρικά και θεωρητικά δεδομένα που να υποστηρίζουν μια τέτοια σχέση. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύουμε οτι η ανάλυση αυτή είναι χρήσιμη και μπορεί να βοηθήσει στην εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων.
Το μήνυμα απο αυτή την ανάλυση είναι κατά την γνώμη μας απλό: καμμία μα καμμία βελτίωση δεν είναι δυνατόν να γίνει στην ποιότητα της Ελληνικής έρευνας εάν δεν αυξηθεί το ποσοστό του ΑΕΠ που επενδύεται στην έρευνα. Η Ελλάδα με βάση το απόλυτο ποσό αλλά και το ποσοστό του ΑΕΠ που επενδύεται στην έρευνα, τα πάει εξαιρετικά σε σχέση με την συντριπτική πλειοψηφία άλλων Ευρωπαϊκών χωρών. Τα πάει όμως μάλλον άσχημα ή μέτρια σε σχεση με το (κουτσουρεμένο λόγω ύφεσης) ΑΕΠ της, για τον απλό λόγο οτι ελάχιστο ποσοστό του ΑΕΠ επενδύεται στην έρευνα. Απο τα μικρότερα στην Ευρώπη, και λιγότερο απο το 1/3 του Ευρωπαϊκού στόχου για 2.1% επί του ΑΕΠ (0.69%).

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Ερευνα και «αγορά» - Το Βήμα


Ένα θέμα που συχνά απασχολεί την αρθρογραφία και την κοινή γνώμη είναι η σύνδεση της έρευνας στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα με την «αγορά»: ο ρόλος της συνεργασίας με ιδιώτες για την εκπόνηση στοχευμένων ερευνητικών προγραμμάτων, η προστασία και διατίμηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, το νομικό αλλά και τεχνικό πλαίσιο που θα επιτρέψει την δημιουργία και την εξέλιξη εταιριών τεχνοβλαστών, η δημιουργία «θερμοκοιτίδων» ανάπτυξης εταιριών βασισμένων σε πρωτότυπες ιδέες, και άλλα. Αυτές οι επιδιώξεις είναι προαπαιτούμενα για την δημιουργία και εξέλιξη της οικονομίας της γνώσης στην Ελλάδα. Πιστεύω όμως, ότι αυτές οι συζητήσεις, αγνοούν πολλές φορές ένα βασικό και σημαντικό προαπαιτούμενο,  την «πρωτότυπη» ή «βασική» έρευνα.

Πέραν απο την κεντρική πολιτισμική σημασία της βασικής έρευνας στην κατανόηση του κόσμου μας, υπάρχει και μια αυστηρά τεχνοκρατική και οικονομετεχνική σκοπιά: η τεχνολογική επανάσταση του προηγούμενου αιώνα και η επανάσταση της πληροφορίας που χαρακτηρίζει την χιλιετία που διανύουμε, δεν θα είχανε υπάρξει χωρίς την βασική έρευνα που απάντησε αρχικά σε «μη εφαρμοσμένα» ερωτήματα. Η κατανόηση της ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας και της μοριακής φύσης του μαγνητισμου, μας οδήγησε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στα νέα μέσα αποθήκευσης πληροφορίας. Η αποσαφήνιση της δομής και του ρόλου του DNA ως γενετικού υλικού και της γενετικής βάσης πολλών ασθενειών,  καθιστουν πλεον ρεαλιστική την ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας και της εξατομικευμένης (μοριακής) ιατρικής. Πριν απο όλες τις εφαρμογές, υπήρξαν βασικές επιστημονικές ερωτήσεις χωρίς άμεσα προβλέψιμη εφαρμογή.

Στην Ελλάδα, πέραν απο λίγες εξαιρέσεις, το γενικό επίπεδο της έρευνας γενικά, αλλά και της βασικής έρευνας ειδικότερα, είναι μάλλον χαμηλό:  ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν την διεύρυνση του 2004, η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην παγκόσμια απήχηση της έρευνας που γίνεται στην χώρα (μετρώντας είτε τις επιστημονικες αναφορές ανά δημοσίευση, είτε το h-index της χώρας απο το 1996-2013, ScimagoJR). Απο τα νέα μέλη της ΕΕ και τις υποψήφιες χωρες, η Ισλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος,  και η Εσθονία, μας έχουνε ήδη ξεπεράσει. Αποδεδειγμένα, αρκετοί Έλληνες επιστήμονες στην Ελλάδα έχουνε μια παραγωγικότητα πλήρως ανταγωνιστική με τους καλύτερους συναδέλφους τους διεθνώς. Αλλά τα παραπάνω δεδομένα δείχνουνε μια βασική παθογένεια: οτι, συνολικά, η Ελλάδα παράγει λίγη ποσοτικά πρωτότυπη γνώση, η οποία είναι ιδιαίτερα χαμηλής απήχησης.

Οι στατιστικές του OECD, δείχνουν ότι μόνον περίπου το ένα τρίτο της έρευνας χρηματοδοτήται απο κρατικούς οργανισμούς: πουθενά στον κόσμο ομως ο ιδιωτικός τομέας δεν χρηματοδοτεί την βασική έρευνα, μια και ο κίνδυνος της επένδυσης για οποιονδήποτε λογικό ιδιώτη είναι τεράστιος. Οποιοσδήποτε ερευνητής μπορεί να σας βεβαιώσει, οτι η πραγματικά πρωτότυπη (χωρίς εμφανή εφαρμογή στην αρχή της)  έρευνα ξεκινάει σχεδόν πάντα απο ακαδημαϊκά εργαστήρια με κρατική χρηματοδοτηση. Το Διαδίκτυο, η μηχανή αναζήτησης της Google, η χρήση της πλατίνας και των αντισωμάτων στην αντιμετώπιση διαφόρων μορφών καρκίνου, η κατανόηση της δομής και η αποκρυπτογράφηση της ακολουθίας του DNA, έχουν όλα ένα κοινό: ότι ξεκίνησαν με κρατική χρηματοδότηση σε κρατικά εργαστήρια και Πανεπιστήμια.

Η βασική έρευνα, και η κρατική της χρηματοδότηση τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και σε επίπεδο ερευνητικών προγραμμάτων,  είναι αναγκαία για να υπάρξει ανταγωνιστική «εφαρμοσμένη» και «μεταφραστική» έρευνα, με την συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα: για την δημιουργία πραγματικά ανταγωνιστικών πακέτων πνευματικής ιδιοκτησίας, για την ίδρυση εταιριών τεχνοβλαστών βασιζόμενων σε πραγματικά πρωτοποριακές ιδέες. Ειναι επίσης πέραν πιθανής αμφιβολίας κομβικής σημασίας και για την διδασκαλία και εκπαίδευση υψηλού επιπέδου επαγγελματιών και νέων επιστημόνων, μια και κατά κανόνα οι τεχνολογίες στην πρωτοποριακή βασική έρευνα, μεταφέρονται αργότερα στην εφαρμοσμένη έρευνα, στην βιομηχανία, στα νοσοκομεία, και αλλού.

Για την κατάσταση της έρευνας στην Ελλάδα, σίγουρα φταίξανε - ειδικά στο παρελθόν - και οι διαδικασίες πρόσληψης και αξιολόγησης του επιστημονικού δυναμικού. Σημαντικό όμως μερίδιο ευθύνης έχουνε τα ανελαστικά γραφειοκρατικά συστήματα που δεν αφήνουνε κανέναν απο του πολλούς καλούς (και αρκετούς άριστους) Έλληνες επιστήμονες στην Ελλάδα να επικεντρωθούν στην έρευνα: διαγωνισμοί για τα πάντα, δεκάδες υπογραφές για απλές παραγγελίες, χρονοβόρες διαδικασίες για την πρόσληψη επιστημονικών συνεργατών.  Κυρίως όμως για αυτή την κατάσταση ευθύνεται η πρακτικά ανύπαρκτη κρατική χρηματοδότηση, που μεταθέτει όλο το βάρος για χρηματοδότηση βασικης έρευνας στα Ευρωπαϊκά προγράμματα,  μέσα στα άλλα στερώντας και την δυνατότητα μακρόπνοου και μακρόχρονου σχεδιασμού στο ερευνητικό τοπίο της χώρας.

Θα ήθελα να προτείνω τρεις βασικές θέσεις για να βελτιωθεί η παρούσα κατάσταση. Πρώτον, την δημιουργία ενός δυναμικού και ανεξάρτητου οργανισμού εκτός Υπουργείων, με ρόλο στον στρατηγικό σχεδιασμό, την αξιολόγηση και την χρηματοδότηση της έρευνας, με κεντρικό ρόλο την υποστήριξη των «άριστων» Ελληνων επσιτημόνων με βάση τα διεθνή δεδομένα, για την εκπόνηση πρωτότυπης βασικής έρευνας. Δεύτερον, ένα σαφέστερο νομικό πλαίσιο για τον ρόλο των μετα-διδακτορικών ερευνητών, που συχνα προσλαμβάνονται ως επιτηδευματιες (και χανουνε τον χρονο τους να αποδίδουν ΦΠΑ), που θα βοηθήσει στην διατήρηση του νέου επιστημονικού δυναμικου στην χώρα και στην σταδιακή προσέλκυση νέων διδακτόρων. Τρίτον, την ολοκλήρωση της στενής σύνδεση Πανεπιστημιων και Ερευνητικων Ινστιτούτων, με ευέλικτες δομές που επιτρέπουν την ενασχόληση μελών και των δύο ιδρυμάτων με την βασική έρευνα και διευκολύνουν την συμμετοχη των φοιτητών σε αυτήν (πράγματα που το νέο νομικό προβλέπει σε ικανοποιητικό βαθμό).


Αυτά τα βήματα μπορούν να βοηθήσουν ώστε να υπάρξει και υψηλού επιπέδου στοχευμένη, μεταφραστική έρευνα σε συνεργασία και με (συν)χρηματοδότηση απο επιχειρήσεις. Μπορούν επίσης να βοηθήσουν ώστε να δημιουργηθούν οι δυνατότητες για την ανάπτυξη πραγματικά πρωτοποριακών εταιριών τεχνοβλαστών στην Ελλάδα. Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε οτι η βασική έρευνα ειναι η βάση για όλα αυτά και χρειάζεται απαραίτητα την σταθερή υποστήριξη του κράτους για να μπορέσει να αποδώσει με βάση τις μεγάλες αλλα κατα το πλείστον αναξιοποίητες δυνατότητες του αξιολογότατου Ελληνικού επιστημονικού δυναμικού.

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ο κ. Καραγκούνης και η κ. Μοροπούλου: συγκρίνοντας μήλα με αχλάδια - Το Βήμα


Σήμερα το πρωί, όπως και σχεδόν κάθε πρωί στις 8:35 άλλωστε, αφού άφησα την κόρη μου στο σχολείο, έβαλα τα ακουστικά μου, επέλεξα το ΒΗΜΑ FM στο iPhone και βάλθηκα να ακούω τους μάλλον ευχάριστους συνεργάτες σας να σχολιάζουνε τα διάφορα επίκαιρα πηγαίνοντας στην δουλειά με το ποδήλατο μου.

Το πρώτο δεκάλεπτο αναφέρονταν στον κ. Καραγκούνη – την ανιδιοτέλειά του, την «ψυχάρα του», και άλλα. Υπερβολικοί ίσως, αλλά ευχάριστοι.  Μετά βγάλανε «στο αέρα» την (μη-)υποψήφια πρύτανη του ΕΜΠ, την κ. Μωροπούλου, και επιδώθηκαν σε μα επίδειξη άγνοιας περι τα Πανεπιστημιακά. Η εν λόγω κυρία είπε την άποψη της, και καλά έκανε. Αλλά αντί για μία σοβαρή ερώτηση, απλά οι συνεργάτες του ΒΗΜΑ FM “αβαντάριζαν”. Η κ. Μοροπουλου μας ειπε οτι το Συμβούλιο εγκαθιδρύθηκε ως όργανο ελέγχου (εκλέγεται απο τα μελη ΔΕΠ), ότι διώκεται (εφαρμόζεται ο νόμος, όσο και να μην της αρέσει, άλλο η εφαρμογή του νόμου και αλλο ο διωγμός), και ότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα ακαδημαϊκά της προσόντα (ο καθένας μπορεί να τα αμφισβητήσει όσο θέλει, με επιχειρήματα).
Την κ. Μοροπούλου δεν την ξερω. Ούτε τον κ. Καραγκούνη ξέρω. Την κ. Μοροπούλου την "άκουσα" πρόσφατα, τον κ. Καραγκουνη τον θυμάμαι χρόνια. Τι να συγκρίνω λοιπόν;   Η σύγκριση ενος πανεπιστημιακού με ενα ποδοσφαιριστή επίσης,  είναι πιθανον εξ' ορισμού ατυχής. Αλλά θα την επιχειρήσω, μια και αυτά τα δύο ακούσματα μπλεχτήκανε στην πρωϊνή μου ποδηλατάδα.
Ο κ. Καραγκούνης, μετά το “πτυχίο” του στον Παναθηναϊκό, έπαιξε στην Ίντερ, στην Μπενφίκα, και στην Φούλαμ, στα μεγαλύτερα Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Η κ. Μοροπουλου μετα το πτυχίο της στο ΕΜΠ, έκανε διδακτορικό στο ΕΜΠ,  μετά έγινε μέλος ΔΕΠ του ΕΜΠ, και σήμερα είναι καθηγήτρια στο ΕΜΠ.
Ο κ. Καραγκουνης έκλεισε 139 συμμετοχές στην Εθνική Ελλάδος, περισσότερες από κάθε αλλον Έλληνα παίκτη, και εχει παιξει σε 411 παιχνίδια ποδοσσφαίρου σε επίπεδο κορυφαίας κατηγορίας σε τέσσερεις χωρες – πολλά απο αυτά τον κατατάσσουν πιθανόν ως μια απο τις πιο σημαντικές ποδοσφαιρικές φυσιογνωμίες του πλανήτη. Η κ. Μοροπούλου έχει γύρω στις 1,200 ετεροαναφορές στο ερευνητικό της έργο (με 120 περίπου εργασίες σε περιοδικά με κριτές - όλα μάλλον χαμηλού επιπέδου - αυτό μας λέει ότι ούτε δέκα άνθρωποι δεν έχουνε βρει χρήσιμη κάθε εργασία της κατά μέσο όρο) και έχει ενα δείκτη επιστημονικης παραγωγικότητας (h-index) γύρω στο 20, που με βάση τα διθνλη δεδομένα θεωρούνται ικανοποιητικά για έναν επιστήμονα γύρω στα 40, για αίτηση μονιμότητας στο επίπεδο του επίκουρου καθηγητή.
Ο κ. Καραγκούνης, δεν έχει ακουστεί μια φορά – απο ότι θυμάμαι – να γκρινιάζει για τους συμπαίκτες του, τους προπονητες του, τους προέδρους του, παρά το ότι πολλές φορές βρέθηκε σε "δεύτερους" ρόλους στην ομάδα του. Η κ. Μοροπούλου, γκρινιάζει οτι την διώκουν, με το που την αφήσανε για μια αγωνιστική στον πάγκο.
Ο κ. Καραγκούνης, οταν ο Παναθηναϊκος – παρανόμως – δεν του έδωσε τα λεφτά του, κατέφυγε στα δικαστήρια αφου πρώτα έκανε υπομονή για μήνες, και χωρίς να υπολογίσει το κόστος της ενέργειας του στην εικόνα του στους οπαδούς της ομάδας. Η κ. Μοροπούλου όταν δεν έγινε υποψήφια με βάση τη νόμιμη απόφαση ενός εκλεγμένου οργάνου, επέλεξε να περιφέρεται ως διωκόμενη και να συνεντευξιάζεται ξεχνώντας να αναφέρει οτι αποκλείστηκε με βάση την απόφαση ενός δημοκρατικά εκλεγμένου απο αυτήν και τους συναδέλφους της  οργάνου, με βάση νόμιμη διαδικασία: “πετάει την μπάλλα στην εξέδρα” λοιπόν, ανεμίζοντας την πολιτική της ταυτότητα “ήμουνα στην συντονιστική της επιτροπής κατάληψης του Πολυτεχνείου” προς τέρψη των κομματικών της οπαδών και πατρώνων.

Σκεφτείτε λοιπόν τώρα, γιατί η Εθνική Ελλαδος ειναι στις 16 καλύτερες του πλανήτη, και το ΕΜΠ αγωνίζεται μήπως σταθεροποιηθεί μέσα στην πρώτη 500άδα.