Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Ετεροχρονισμένα προεκλογικά - other-side.gr


Στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις βρέθηκα υποψήφιος με το Ποτάμι στην Κρήτη – χωρίς ποτέ να έχω ασχοληθεί με τα πολιτικά πιο παλιά. Πρν κατέβω στο Λασίθι, την περιφέρεια μου, κινήθηκα διαδικτυακά. Στο Λασίθι για ένα δεκαήμερο προσπάθησα να κάνω την προεκλογική εκστρατεία ¨όπως πρέπει». Τον Ιανουάριο σε κάθε χωριό στα καφενεία, κουβεντούλα και ρακές: ο κόσμος στο Λασίθι τον Γενάρη έχει χρόνο. Τον Σεπτέμβριο κυρίως ραδιόφωνο, τηλεόραση: ο κόσμος έχει δουλειές τον Σεπτέμβρη. Τρία πράγματα δεν έκανα: δεν πήγα σε λαϊκη αγορά, δεν κέρασα πιθανούς ψηφοφόρους, και δεν πήγα στο καφενείο του χωριού μου.

Τον Σεπτέμβριο όμως, στην διάρκεια του μεσημεριού, πήγαινα σχεδον κάθε μέρα που ήμουνα στην περιοχή για καφέ στο καφενείο, και για να συνδεθώ στο διαδίκτυο. Αυτή την ώρα οι πλατείες είναι γεμάτες από γέρους. Χαιρέταγα τον κουμπάρο της μάνας μου (του έχει βαφτίσει την κόρη) και τον «συμισάρη» μου, που έχει αναλάβει ένα χωράφι που έχουμε με ελιές. Κάποια στιγμή, με πλησιάζει ένας γέρος απο μια παρέα.

-       Καλησπέρα. Να σε ρωτήσω κάτι; Ο Περράκης δεν είσαι;
-       Μάλιστα.
-       Ο υποψήφιος με το Ποτάμι;
-       Μάλιστα.
-       Και γιατί δεν έρχεσαι στο καφενείο να μας μιλήσεις για τα πολιτικά;
-       Γιατί σας ακούω που φωνάζετε μεταξύ σας για τον ΣΥΡΙΖΑ, και τη ΝΔ, και το ΠΑΣΟΚ, και δεν έχω όρεξη για τσακωμούς στο χωριό μου μέρα μεσημέρι ... έναν καφέ θέλω να πιώ.


Κόκκαλο ο παππούς, με περνάει για λίγο αδαή περί την πολιτική – και όχι άδικα – και φεύγει. Λίγο πριν φύγω, έρχεται ένας άλλος κύριος μιας κάποιας ηλικίας, και μου ζητάει την άδεια να καθήσει.

- Ο Αναστάσης του Γιώργη του Περράκη είσαι;
-       Μάλιστα.
-       Με τον πατέρα σου είμασταν φίλοι – αν και εγώ είμαι μικρός (σημ. ο πατέρας μου θα ήτανε πανω απο 100 σήμερα άμα ζούσε, δηλαδή κάποιας ηλικίας ο κύριος)  ... είμαι ο (ταδε), ο καθηγητής (τον θυμόμουνα). Με το Ποτάμι, ε;
-       Ναι, με το Ποτάμι.
-       Εντάξει, Βενιζελικός ήτανε ο πατέρας σου, μετά με τον Γίώργο τον Παπανδρέου. Μετά τους σιχάθηκε όλους. Καλά κάνεις πάντως.
-       Έτσι λέω κι εγώ.
-       Όχι για το Ποτάμι. Για το που δεν τους μιλάς για πολτικά.
-       Τι να σας πω ...
-       Ιστορίες με τον Ναστραδίν σου έλεγε ο πατέρας σου
-       Μια και δύο ... πολλές ...
-       Την ιστορία με τον Χότζα δικαστή στην είχε πει;
-       Εν την θυμάμαι ...
-       Ο Ναστραδίν Χότζα που λες, ήτανε κάποτε δικαστής σε ενα χωριό. Πάει ένας χωριανός και του παρουσιάζει μια υπόθεση, για ενα αμφισβητούμενο χωράφι. Τον ακούει ο Ναστραδίν προσεχτικά, χαϊδεύει την γενειάδα του, και του λέει: "δίκιο έχεις". Σε λίγα λεπτά φτάνει εκνευρισμένος ο αντίδικος, και παρουσιάζει την ιδια υπόθεση. Ξύνει το μούσι ο Ναστραδιν, και του λέει: "δίκιο έχεις". Ένας προεστός απο το ακροατήριο, γίνεται έξαλλος, σηκώνεται και βάζει τις φωνές "μα Χότζα μου, αυτοί είναι και οι δυο ψευταράδες, και πως γίνεται να έχουν και οι δυο δίκιο στο κάτω κάτω της γραφής;" Γυρνάει λίγο ο Ναστραδίν στην καρέκλα του, σκύβει μπροστά, και του λέει σιγά - σιγά: "κι εσύ δίκιο έχεις".Κατάλαβες;
-       Κατάλαβα.


Εσείς;

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Πολιτικές πτήσεις - Athens Voice


Πριν λίγες μέρες, ένας καλός αλλά αμετανόητα "αριστερός" φίλος, μου έστειλε ένα λινκ με την πρώτη ομιλία του κ. Κ. Δουζίνα του ΣΥΡΙΖΑ στην Βουλή. Μου έκανε εξαιρετική εντύπωση η όλη παρουσία του και ο λόγος του, σε σημείο που βρήκα την ομιλία από τα πρακτικά και την διάβασα πιο προσεχτικά. Σε ένα σημείο της ομιλίας, προς το τέλος, ο κ. Δουζίνας αναρωτιέται:

"Αλλά τι σημαίνει δημοκρατία; Είναι το κράτος του δήμου. Είναι η δύναμη του λαού. Κι όπως λέει ο Πλάτωνας, δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο δεν διοικούν αυτοί που έχουν λεφτά, αυτοί που έχουν γνώσεις -σήμερα πτυχία- ή αυτοί που είναι ηλικιωμένοι και κατά τεκμήριο πιο φρόνιμοι. Διοικούν αυτοί που δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο προσόν για να διοικούν. Όλοι κι ο καθένας."
Από αυτή την άποψη έχουμε εξαιρετική δημοκρατία, ειδικά πρόσφατα. Είναι σαφές ότι η "παρέα του Μαξίμου" δεν έχει κανένα απολύτως προσόν για να διοικεί.
Αλλά είναι πράγματι αυτή η δημοκρατία που θέλουμε; Είναι ακόμα και η λειτουργία των κομμάτων, όπου θεωρητικά τουλάχιστον οι πολιτικές θέσεις συζητούνται πολιτικά και ψηφίζονται από συλλογικά όργανα και ολομέλειες χωρίς εμφανή βαθιά γνώση του αντικειμένου, με απώτερο σκοπό την μεταγραφή τους σε απαιτούμενες ενέργειες διακυβέρνησης αργότερα, ο καλύτερος τρόπος για να έχουμε πραγματικά λαϊκή κυριαρχία;
Μήπως πρέπει να μην απαξιώνουμε σχήματα όπου καθαρά θα πρέπει να δεχτούμε ότι η προτεραιότητα είναι να συζητηθούν πρώτα οι συγκεκριμένες ενέργειες που πρέπει να υπάρξουν για να έχουμε κράτος δικαίου, σεβασμό, μέριμνα και υποστήριξη του πολίτη, υπηρεσίες υγείας και παιδείας για όλους, και αυτές οι ενέργειες να μετουσιωθούν σε πολιτική;
Πότε τελικά θα έχουμε περισσότερη Δημοκρατία;
Όταν οι πολιτικές επιλογές θα διαψεύδονται από την πραγματικότητα και το Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης θα μεταγράφεται σε Μνημόνιο 3 με ολίγην από ακροδεξιά παράτα και στολές παραλλαγής;
Ή μήπως όταν πραγματοποιήσιμες ενέργειες θα καθορίζουν ένα λιγότερο "πολιτικό" πολιτικό πλαίσιο που θα μπορεί πράγματι να γίνει πραγματικότητα;
Όταν έγραψα τα παραπάνω σε μια ανάρτηση στο Facebook, ένας σκεπτόμενος διαδικτυακός φίλος και συνάδελφος, μου επισήμανε:
«Το βασικό διακύβευμα στην πολιτική ζωή είναι να μπορείς να διαλέξεις εσύ το μοντέλο διακυβέρνησης κι όχι να αποδεχθείς ένα υπάρχον (ακόμα χειρότερα ένα «δοτό» από πάνω) ως το μοναδικό και να κάνεις διαχείριση. Οι τεχνοκράτες είναι τόσο χρήσιμοι στη διακυβέρνηση μιας χώρας όσο θα ήταν ένας πιλότος σε ένα αεροπλάνο χωρίς σχέδιο πτήσης και πύργο ελέγχου. Έχουν δύο επιλογές: Αν είναι ανεξάρτητοι, να πετάνε σε κύκλους μέχρι να τελειώσουν τα καύσιμα. Αν δεν είναι, να πάρουν το σχέδιο που τους έχει έρθει «από πάνω» και να πάνε το αεροπλάνο εκεί που λέει αυτό αδιαφορώντας για τον προορισμό που είχαν στο μυαλό τους οι επιβάτες.»
Βρήκα την παρομοίωση πολύ ενδιαφέρουσα, και θα την χρησιμοποιήσω σε αυτή την επέκταση του αρχικού μου άρθρου.
Φανταστείτε το εξής πείραμα. Περίπου διακόσιοι επιβάτες σε ένα αεροδρόμιο, βρίσκονται (με την θέληση τους) σε μια αίθουσα όπου συμφωνούν να αποφασίσουν συλλογικά και δημοκρατικά για έναν προορισμό διακοπών και τον τρόπο μετάβασης. 
Μία ομάδα από καμιά δεκαριά αποφασίζει ότι τελικά δεν θέλει να πάει διακοπές, μαχαιρώνουν έναν συνεπιβάτη που δεν τους άρεσε η φάτσα του, και (στο πείραμα μας μόνον, δυστυχώς ...) πάνε άμεσα στην φυλακή. 
Μια δεύτερη ολιγομελής ομάδα, αποφασίζει ότι θα έχουν τις πιθανότητες για τις καλύτερες διακοπές υπό την ηγεσία μιας συμπαθούς μεσήλικης συνταξιούχου, η οποία δούλευε στο ταξιδιωτικό γραφείο του μπαμπά της για πολλά χρόνια (το οποίο γραφείο χρεοκόπησε και έκτοτε φέσωσε πελάτες και προμηθευτές, αλλά αυτά δεν τα λέμε και δυνατά). 
Μια άλλη ομάδα από καμιά πενηνταριά, θέλουν να μην αλλάξει τίποτε από τα αρχικά τους σχέδια διακοπών, και για να βρουν διέξοδο τσακώνονται εάν αντιπρόσωπος τους θα είναι ένας βιβλιοπώλης τουριστικών οδηγών, ένας συμπαθής ανεπάγγελτος ταβλαδόρος, ένας μορφωμένος νεαρός του οποίου ο μπαμπάς έχει υπάρξει διευθυντής αεροδρομίου, ή ένας σεκιουριτάς που κλείστηκε κατά λάθος στην αίθουσα, και δεν θα ταξιδέψει αλλά θέλει τους πει που να πάνε. 
Μια τέταρτη πολυπληθής ομάδα απο κάτι λιγότερο απο εκατό άτομα, εκλέγουν με ψηφοφορία μια κεντρική επιτροπή απο κουλάτους τύπους που ταξιδεύουν πολύ, και βάζουνε επικεφαλής ένα συμπαθητικό νέο ζευγάρι. Μέσα από εκτεταμένη συζήτηση και αλλεπάλληλες ψηφοφορίες, καταλήγουν στο ‘πρόγραμμα αεροδρομίου’ που λέει: «Ο προορισμός μας είναι αδιαπραγμάτευτος και είναι δημοκρατικό δικαίωμα των επιβατών να επιβάλλουν με την ψήφο τους το δικαίωμα διακοπών στο καλύτερο μέρος του κόσμου». 
Η πέμπτη ομάδα, ολιγομελής και αυτή με καμμιά δεκαριά άτομα, αναθέτει τον συντονισμό σε εναν μάλλον χαρισματικό δημοσιογράφο (ας τον πουμε Σταύρο;), ο οποίος ανακαλύπτει έναν πιλότο και έναν μηχανικό αεροσκαφών ανάμεσα στους επιβάτες. Αυτοί οι τρεις συμφωνούν ότι με τα διαθέσιμα αεροσκάφη ο πιο λογικός προορισμός για διακοπές είναι η δυτική Κρήτη. Οι άλλοι επιβάτες καταγγέλλουν την ομάδα για μη δημοκρατικές διαδικασίες που επέβαλλαν οι τεχνοκράτες κολλητοί του Σταύρου και για διαπλοκή καθότι η κουνιάδα του μπατζανάκη του Σταύρου διατηρεί ψιλικατζίδικο στα Χανιά. 
Τα σχέδια παρουσιάζονται σε όλους τους επιβάτες. Επιλέγεται το σχέδιο της τέταρτης ομάδας. Μετά την απογείωση με το Ντορνιέ καταλαβαίνουν ότι αφενώς δεν χωράγανε όλοι οι επιβάτες και δεν ητανε καλη ιδεα να πανε δυο ανά καρέκλα και οι μισοί στον διάδρομο, τα καύσιμα δεν φτάνουν για την Τζαμάϊκα, άσε που συμπαθητικός κυβερνήτης δεν εχει πετάξει ούτε χαρταετό. Το αεροπλάνο καταρρίπτεται στη νοτιανατολική Αλβανία, με τους περισσότερους επιβάτες επιζώντες αλλά βαριά τραυματισμένους.
Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα είχα ενταχθεί στην τελευταία ομάδα: αυτήν που έχασε τις εκλογές, λοιδωρήθηκε, και κατηγορήθηκε. Και θα έθετα τώρα το ερώτημα: τι πρέπει να είχαμε κάνει διαφορετικά; Να είχαμε άλλον αρχηγό; Να βάζαμε έναν καρδιοχειρούργο και έναν αρχιτέκτονα να κοιτάξουν τα σχέδια πτήσης; Να είχαμε ψηφίσει δημοκρατικά μια ομάδα για την εκπόνηση του σχεδίου; Να είχαμε πει ψέμματα για τον προορισμό; Να είχαμε πλακωθεί με αυτούς που λέγανε ψέμματα για μας; Να είχαμε κάνει πιο κατανοητό σε όλους, τους τεχνικούς περιορισμούς του σχεδίου πτήσης; 
Ας επανέλθω όμως στην πολιτική, μακριά από το πείραμα αεροδρομίου. Μήπως πρέπει εν τέλη κάποια πολιτικά κόμματα να είναι λίγο "απολιτίκ"; Συνειδητά όμως. Να εκλέγει μια ολομέλεια συνέδρων ολιγομελή όργανα από την βάση, και να τα εξουσιοδοτεί να εργαστούν με την υποστήριξη εμπειρογνωμόνων για να προτείνουν σοβαρές και συγκεκριμένες ενέργειες σε τομείς διακυβέρνησης. Αυτές οι ενέργειες να μεταγραφούν από μια επίσης δια της ψήφου εξουσιοδοτημένης ομάδας πολιτικών επιστημόνων σε ένα κατανοητό πολιτικό πλαίσιο που θα απορρέει από τις ενδεδειγμένες ενέργειες, και όχι αντίστροφα όπως είναι το "κανονικό". Είμαι ο μόνος που έχει βαρεθεί να ακούει εξαιρετικές "πολιτικές θέσεις" που δεν μεταφράζονται ποτέ σε ενέργειες και δεν μπορούν να υλοποιηθούν - συνήθως επειδή αυτές είναι αδύνατες στην πολιτικο-οικονομική συγκυρία που ζούμε;
Μήπως τελικά για να έχουμε περισσότερη Δημοκρατία πρέπει (παραφράζοντας τον πολύπαθο Τσε) να γίνουμε επαναστάτες ζητώντας το ρεαλιστικό;

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Αντιπολίτευση - Το Ποτάμι


Η πολυγραφότητα αρκετών εξ’ ημών, μάλλον πλήγηκε από τη μετεκλογική ραστώνη. Παράλληλα με την απαραίτητη ενδοσκόπηση, την ανάλυση της χωρίς προηγούμενο επιτυχίας του Ποταμιού να αναδειχθεί σε τρίτη δημοκρατική δύναμη στη Βουλή, αλλά και της αδυναμίας να πείσει ένα τουλάχιστον διψήφιο ποσοστό των ψηφοφόρων για την ορθότητα του προγράμματός μας, το Ποτάμι έχει αρχίσει να δίνει και το στίγμα της αντιπολίτευσης που θα ασκήσει, με τρόπο σύγχρονο, ευρωπαϊκό, και θετικό για την πορεία της χώρας.
Το Σαββατοκύριακο των εκλογών, βρέθηκα σε μικρές παρέες, όχι απαραίτητα Ποταμίσιες, όπου εξέφραζα δύο απόψεις. Η πρώτη εξ΄ αυτών ήταν: «Μην φοβάστε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στα Οικονομικά». Το έλεγα αυτό κυρίως γιατί θεωρούσα δεδομένη μια συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με το Ποτάμι – και όχι με το συνονθύλευμα εθνικιστών, συνωμοσιολόγων, αντιευρωπαϊστών, αντισημιτών, και ρατσιστών που επέλεξε για συμμάχους του ο κ. Τσίπρας. Παρά ταύτα, οι εξελίξεις και η όλη παρουσία του κ. Βαρουφάκη έχουν για εμένα σαφέστατα θετικό πρόσημο – είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι η πιο τεκμηριωμένη κριτική που του ασκήθηκε αφορά τις ενδυματολογικές του επιλογές.
Ο κ. Βαρουφάκης λέει πολλά από αυτά που θέλουμε: πολλές νέες μεταρρυθμίσεις, δίκαιο και σταθερό φορολογικό σύστημα, υποστήριξη των ασθενέστερων και διαπραγμάτευση για το χρέος (που πιστεύω ότι τελικά θα γίνει στους τρεις άξονες που πρότεινε το Ποτάμι: επιμήκυνση, αλλαγή ορισμένων επιτοκίων, περίοδος χάριτος για μέρος του χρέους). Όσο δεν υπερβαίνει την κόκκινη γραμμή της εξόδου από το ευρώ και την ευρωζώνη – και είναι απίθανο να την υπερβεί – προσωπικά πιστεύω ότι οφείλουμε να τον υποστηρίξουμε. Όπως το έθεσε χθες και ο Στέφανος Μάνος «Οι θέσεις (όχι το στυλ) του κ. Βαρουφάκη μπορούν, πιστεύω, να αποτελέσουν τη βάση μιας συμφωνίας. Πρέπει να οριστεί αποκλειστικά υπεύθυνος των διαπραγματεύσεων. Ελπίζω για το καλό όλων μας να τα καταφέρει».
Η δεύτερη άποψη που εξέφραζα πριν από μια εβδομάδα, ήταν: «Να φοβόμαστε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην Παιδεία, την Υγεία, και αλλού». Το έλεγα αυτό γιατί θεωρούσα δεδομένο πεδίον δόξης λαμπρό της αριστεροσύνης των συνιστωσών την αποδόμηση του τρισκατάρατου 4009, την απαξίωση οποιουδήποτε αξιολογικού συστήματος, και τις αγκυλώσεις και προκαταλήψεις που λανθασμένα στην Ελλάδα εκλαμβάνουμε ως «αριστερά». Με λαϊκίστικες εξαγγελίες (που εκφράστηκαν με κατ’ επίφαση μόνο φιλολαϊκά πυροτεχνήματα) ο ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνει ότι αυτά πρέπει να τα φοβόμαστε, πολύ πιο πολύ από την οικονομική του πολιτική.
Το Ποτάμι είναι απαραίτητο να ασκήσει στιβαρή και εποικοδομητική αντιπολίτευση σε πολλά θέματα. Αλλά πρέπει κατά τη γνώμη μου να δεχθεί ότι η γραμμή Βαρουφάκη είναι η μόνη σοβαρή τεχνοκρατικά επιλογή υπό αυτή την κυβέρνηση, και ίσως η τελευταία μας ευκαιρία για μια πρώτα από όλα ελληνική επιτυχία στη διαπραγμάτευση. Χρειαζόμαστε κόκκινες – χοντρές – γραμμές στην Παιδεία και την Υγεία (τα αναφέρω ως θέματα όπου λόγω επαγγέλματος έχω πιο τεκμηριωμένη άποψη, αλλά και ως κοινωνικές προτεραιότητες). Χρειάζεται να θυμίζουμε στον ΣΥΡΙΖΑ τις λίγο πολύ κοινές μας θέσεις για την Εκκλησία, για τα παιδιά των μεταναστών, για τα σύμφωνα συμβίωσης, για την κοινωνική πολιτική - που ειρήσθω εν παρόδω είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες με τις απόψεις του ευτραφούς κυρίου που ξέρει να οδηγεί τρενάκια.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Πριν και μετά τα βραβεία Νομπελ - other-side.gr


Μια από τις μικρές χαρές της ενασχόλησης σχεδόν ολόκληρης της ενήλικης ζωής μου με την επιστημονική έρευνα, είναι μικρές ή μεγαλύτερες συναντήσεις με επιστήμονες που αργότερα πήραν το βραβείο Νόμπελ.

Ο πρώτος Νομπελίστας που είδα απο κοντά ήτανε ο Μαξ Περούτζ. Ήτανε νομίζω το 1994 στο EMBL.  Καθόμουνα με κάποιους γνωστούς για φαγητό. Μας πλησίασε και μας είπε «Γεια σας – είμαι ο Μαξ. Μπορώ να αφήσω εδώ το πιάτο μου και να φάω μαζί σας; Αλλά θα φάω όρθιος γιατί έχω προβλήματα με την μέση μου». Δεν κατάφερα να αρθρώσω λέξη. Λιγες ώρες μετά, στο φουαγιέ του συνεδρίου, ο Σερ Τζων Κέντριου (είχε μοιραστεί το Νομπέλ Χημείας με τον Μαξ το 1962) άναψε την πίπα του. Ο νεοφερμένος απο τις ΗΠΑ τότε διευθυντής μας, ο Φώτης Καφάτος είχε πριν απο λίγες εβδομάδες επιβάλλει το σταμάτημα του καπνίσματος σε όλους τους εσωτερικούς χώρους. Δεν τόλμησε να πει λέξη – δεν του έβγαινε φωνή.  Ο Σερ Τζων κάπνισε την πίπα του χαμογελαστά.

Λίγα χρόνια μετά γνώρισα τον Βένκι Ραμακρίσναν, το Σεπτέμβριο του 2000. Ήτανε η περίοδος που για ένα μικρό διάστημα είχα προβλήματα με τον στρατό. Είχε λήξει η αναβολή μου, δεν δέχονταν την επταετία ως μόνιμου κατοίκου λόγω της έλλειψης αποδείξεων ενοικίου (έδινα μαύρα για τρια χρόνια), και ο προδερεύων είπε κάτι σχετικά πριν την ομιλία μου. Ο Βένκι, νέος στον τομέα μας μόλις λιγους μήνες πριν είχε βρει την δομή του ριβοσώματος, αλλά δεν την είχε δημοσιεύσει - είχαμε μείνει όλοι άφωνοι στην παρουσίαση του. Σε μια εκδρομή στην Σελινούντα, με πλησίασε και μετά τις συνηθισμένες αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, με ρώτησε «Είσαι και εσύ ειρηνιστής;». Εκεί που ετοιμαζόμουνα να εξηγήσω ότι βασικά λουφάρω, συνέχισε: «Ξέρεις, όταν πήρα τον όρκο του Πολίτη στις ΗΠΑ, αρνήθηκα να ορκιστώ οτι θα πάρω όπλα να υπερασπίσω τις ΗΠΑ. Ο δικαστής έγινε έξαλλος, και με ρώτησε «που θα είχε καταλήξει αυτη η χώρα αν όλοι σκέφτονταν σαν εσένα» ... του απάντησα ότι μάλλον θα ήτανε μια καταπιεστική τυρρανία, σαν τον Καναδά» ... γίναμε απο τότε καλοί φίλοι. Ο Βένκι πήρε το Νομπέλ Χημείας το 2009, μαζι με την Άντα Γιόναθ, μια απίστευτα δυναμική γυναίκα, που το γραφείο της ήτανε δίπλα στο δικό μου για τριάμιση χρόνια: φωνακλού, απόλυτη, εγωίστρια, πανέξυπνη, γλυκύτατη; αλλά ποτέ μου δεν την συμπάθησα πραγματικά, αν και ήτανε πάντα πολύ φιλική.

Την ίδια περίοδο γνώρισα και τον Ροντ Μακίνον. Ο Ροντ ήτανε γιατρός, που μετά έγινε νευροβιολόγος, και γύρω στο 1995 αποφάσισε να γίνει δομικός βιολόγος. Είχε κάνει αίτηση για πειράματα το 1999 στην Γαλλία, στην γραμμή μικροακτίνων Χ που είχα στήσει, και τον είχα επιλέξει παρόλο που ήτανε στην Αμερική και είμασταν Ευρωπαϊκό εργαστήριο. Είχα ριξει ένα φοβερό ντέρμπι για αυτο τον λόγο με τον τότε διευθυντή μου, «γιατι κάλεσες αυτόν τον άσχετο». Η αλήθεια είναι οτι ο Ροντ δεν ήξερε τίποτε απο κρυσταλογραφία τότε. Μου είχε ζητήσει μάλιστα να πάω στο εργαστήριο του για ένα εξάμηνο να βοηθήσω, αλλά είχα αρνηθεί. Δεν είχα χρόνο γιατί δούλευα σε μια δομή ενός απο τα ένζυμα που επιδιορθώνουν DNA – το φετινό Νομπέλ. Ακόμα το μετανιώνω. Ο Ροντ πήρε το Νομπέλ το 2003. Νομίζω ότι με έχει ευχαριστήσει σε πολλές δημοσιεύσεις του. Μου λείπουν τα ετήσια γεύματα μας Τετάρτη μεσημέρι στα μέσα Οκτωβρίου σε ενα μικρο κινέζικο εστιατόριο κοντά στο Ροκφέλερ στην Νεα Υόρκη. Μετά το 2003, δεν κατάφερα να τον δω ποτέ στην ετήσια βόλτα μου.

Απο τους φετινούς Νομπελίστες θυμάμαι φυσικά τον Πωλ Μόντριτς, δούλεψα στην επιδιόρθωση λαθών αντιγραφής του DNA για μια σχεδόν δεκαετία εξάλλου. Του έιχα συστηθεί πριν απο καμμιά δεκαετία. «Α, είσαι δομικός βιολόγος, ε; Ωραίες εικόνες, χωρίς νόημα». Σύντομη κουβέντα.

Τον Βενκι τον ειδα τελευταία φορά τον Ιούνιο. Γυρνάγαμε μαζί με τον αμάξι και τον οδηγό του τοπικού Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ, οταν ένας βαυαρόβλαχος με μια Φεράρι προξένησε ακριβώς μπροστά μας ένα μεγάλο ατύχημα – στο τσακ την γλυτώσαμε. Κάτσαμε για μπύρα στο αεροδόμιο, τρέμοντας ακόμη, να συνέρθουμε. Μου έλεγε ότι τον ρώτησαν σε μια εκπομπή «τι θα ήθελε να συστήσει ως αντικείμενο έρευνας για έναν νεό μαθητή ή σπουδαστή».

«Να καταλάβει πως ένας άνθρωπος μπορεί να συνδέσει ένα δεκαψήφιο αριθμό με ένα πρόσωπο – πως κάθε φορά που θυμάμαι το τηλέφωνο της μητέρας μου, έρχεται στην μνήμη μου το πρόσωπο της».


Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Πίσω στην άλλη πλευρά - other-side.gr


Πέρασαν σχεδόν τέσσερεις μήνες που δεν έγραψα κάτι για την «άλλη πλευρά». Ίσως να φταίει ότι έκανα ειλικρινείς προσπάθειες να βλέπω τα πράγματα από την κανονική τους πλευρά. Ίσως πάλι και να έχω αρχίσει να μπερδεύω τις πλευρές, δεν ξέρω ποιά είναι η καλή και η ποιά είναι η ανάποδη, ή μάλλον η «άλλη» πλευρά.

Αρκετά γίνανε αυτούς τους μήνες. Πολλά ταξίδια για την δουλειά – Κίνα, Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία, Ελβετία, και μετά τα «συνηθισμένα» - από τίς Κάτω Χώρες στο Κάτω Χωριό, και τούμπαλιν, και πάλι ξανά πίσω στο Λασίθι για τις εκλογές και πάλι πίσω σητν δουλειά. Γίνανε πολλά αυτούς τους μήνες – και στην Ελλάδα και στον κόσμο. Δεν μπορώ να τα βάλω σε σειρά, δεν τα καταλαβαίνω, αδυνατώ να τα αναλύσω.  Δεν είμαι απογοητευμένος, μουδιασμένος είμαι. Δεν κάνω καν ειλικρινή προσπάθεια να αξιολογήσω τι έγινε, τι πάει λάθος, τι πάει καλά, για πρώτη φορά παραιτούμαι, δέχομαι ότι η κατάσταση με ξεπερνάει.

Θυμάμαι όμως πολλές μέρες τώρα τους στίχους απο ένα τραγούδι του Nick Cave, που πάει κάπως έτσι:

«- Πατέρα, γιατί όλα τα παιδιά θρηνούνε; - Απλά κλαίνε γιέ μου. - Απλά κλαίνε πατέρα; - Ναι, ο θρήνος θα αρχίσει αργότερα.»

Ο θρήνος άρχισε τόσο μακριά αλλά και τόσο κοντά στην γειτονιά μας, εδώ και χρόνια, εκεί που κάποτε ήτανε η Εύφορη Κοιλάδα. Πέρασε στο Λεβάντε. Ξεβράζει νεκρά βρέφη στις παραλίες και βγάζει μέσα από συμπολίτες μας τον χειρότερο εαυτό τους.




«Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου»

Από άλλους όμως βγάζει από μέσα τους το καλύτερο. Απρόσμενα, αλλά επιτακτικά. Κάποια ανθρώπινα ναυάγια στέκονται ξανά όρθια, χαμογελούν.

«Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!»