Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Το ΒΗΜΑ


Η σχέση μου με το ΒΗΜΑ της Κυριακής άρχισε κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του '80, όταν ήμουνα πρωτοετής φοιτητής. Αργά το πρωί της Κυριακής, το μεσημεράκι, με κάπως βαρύ κεφάλι από τις καταχρήσεις της προηγούμενης, το έβρισκα στο σαλόνι, το έφερνε πιο νωρίς ο πατέρας μου. 'Αρχιζα με τις Νέες Εποχές, κυρίως γιατί ήτανε το "ελεύθερο" ένθετο, και αργότερα συνέχιζα με την κυρίως εφημερίδα. Όταν έφυγε ο πατέρας μου, πήγαινα το πάρω στο περίπτερο της γειτονιάς την ίδια ώρα - το ΒΗΜΑ και ένα Μίλκο. Συνέχισα την σειρά ανάγνωσης. Μεγαλώνοντας, απέκτησα τον "Σμάϊλυ" 'ενα ταλαίπωρο Ρενώ Πέντε, που έχει ζήσει ως τζιπ σε νησιώτικες "ειδικές", αγωνιστικό σε βράδια ανευθυνότητας στην Ποσειδώνος, αλλά κυρίως ως αυτοκίνητο πόλης:  αργά το βράδυ του Σαββάτου, ή μάλλον νωρίς το πρωί της Κυριακής, πέρασμα από την Ομόνοια για φρέσκια εφημερίδα, έπαιρνα και την Ελευθεροτυπία εκείνη την εποχή. Η σειρά ανάγνωσης άλλαξε σιγά σιγά: Απολίτιστα Μονοτονικά, Πλωρίτης, Μουλόπουλος, Πρετεντέρης (έγραφε καλά τότε, η τουλάχιστον μου άρεσε!), Γιάννης Μαρίνος, αλλά και Επταήμερο του Βοκάκιου, πρώτα.

Στις αρχές του '90 έφυγα στο εξωτερικό. Τρίτη απόγευμα μετά την δουλειά, με το ποδήλατο στον σιδηροδρομικό σταθμό της 'Αλτονα στο Αμβούργο, άμα ήμουνα τυχερός - μία στις δύο - το έβρισκα. Πέντε μάρκα (σχεδόν χιλιάρικο!), και πίσω στο σπίτι ή και εξίσου συχνά στο εργαστήριο, έβγαζα το πλαστικό και έχωνα την μύτη μου στις κάπως μπαγιάτικες σελίδες που πάραυτα ακόμα μυρίζανε μελάνι. Τα καλοκαίρια στα νησιά οργάνωνα ολόκληρο σαφάρι για να το βρω τις δυο-τρεις Κυριακές μας "φρέσκο", λαδωμένες σελίδες στην παραλία. Από το Αμβούργο στο Άμστερνταμ τα μέσα του '90, παρόλο που κατάφερα να βάλω ελληνικά τότε στα Σίλικον Γκράφικς και να διαβάζω την διαδικτυακή έκδοση που τότε πρωτάρχισε, συνέχιζα να ψάχνω την τυπωμένη έκδοση στο Σεντράαλ - πολλές φορές την κράταγα σφραγισμένη και την άνοιγα στο τραίνο για την Χαϊδελβέργη την Πέμπτη το απόγευμα - πέντε ώρες ηρεμίας και ανάγνωσης. Στην Γκρενόμπλ τα τέλη του '90 εγκατέλειψα την προσπάθεια ανεύρεσης και γράφτηκα συνδρομητής εξωτερικού για 1-2 χρόνια, με ένα αστρονομικό για την εποχή κόστος - εάν θυμάμαι καλά 80,000 δραχμές.

Με τη νέα χιλιετία βρεθήκαμε στο Άμστερνταμ. Τα ελληνικά πλέον δουλεύανε καλά στο Φάϊρφοξ, είχα και υπολογιστή στο σπίτι που μέχρι τότε το απέφευγα για να διαβάζω και κανένα βιβλίο, το γύρισα τελικά στην ηλεκτρονική έκδοση που βελτιωνότανε σταθερά. Λίγα χρόνια πριν είχα αρχίσει και κάποιες σπασμωδικές προσπάθειες σχολιασμού της επικαιρότητας στην στήλη του Διόδωρου Κυψελιώτη - ψευδώνυμος ως "Συνήγορος του Αββαδών". Όχι για πολύ, μια και εκ παραδρομής κάποιο τζίνι έβαλε την υπογραφή μου ως "Συνήγορος του Αββαδών - a.perrakis@nki.nl" λίγα χρόνια μετά, ο Ροβυθέ ακόμα γελάει, μου έγραψε τότε μετά απο χρόνια που είχαμε να τα πούμε. Κάπου εκει σταμάτησα να αντέχω να διαβάζω Πρετεντέρη - ως και τα ελληνικά του, κάποτε καλά, είχανε χαλάσει ...  Διάβαζα μάλλον από συνήθεια, για πρώτη ίσως φορά σε τριάντα χρόνια ξεφύλλιζα και τα αθλητικά.

Τα τελευταία δυο χρόνια που μπλέχτηκα με τα πολιτικά κάποιες επιστολές μου βρήκανε χώρο - επώνυμα πλέον - στις επιστολές αναγνωστών (μια μάλιστα είχε χαρακτήρα βιβλιομετρικής ανάλυσης για την ελληνική έρευνα, και συνυπογράφηκε από φίλο και συνάδελφο με τον οποίο, ας πούμε ότι δεν μοιραζόμαστε τις ίδιες πολιτικές απόψεις). Ένα-δυο κείμενα δημοσιεύτηκαν στην κυρίως εφημερίδα - θυμάμαι το πρώτο, την "Διαφωνία μετά λόγου γνώσεως" και άλλα δυο κείμενα για τα Πανεπιστήμια. Λίγο πιο πριν βγήκε και η εφαρμογή για ταμπλέτα - την αγόρασα αμέσως. Από τις περίπου 1,500 δραχμές το φύλλο στην Γαλλία, πέσαμε στα 0.89 Ευρώ!

Σήμερα ξύπνησα νωρίς. Διάβασα λίγο το απαραίτητο Φατσοβιβλίο, και μετά πήγα στο vima.gr. Κοίταξα το "Διαβάστε στο Βήμα της Κυριακής". Έφτιαξα καφέ. Σκέφτηκα να ανοίξω το HeliosKiosk. Μπα. Ξαναδιάβασα την επιστολή του Γιάννη, να σκεφτούμε ονόματα για το μπλογκ. Και αποφάσισα να γράψω αυτό το κειμενάκι από μνήμης, χωρίς να τσεκάρω τα δεδομένα και τις ημερομηνίες στο διαδίκτυο.

Σαν φόρο τιμής στο παρελθόν.

"Thank you for the days,
Those endless days,
those sacred days you gave me."

όπως λέει και το τραγούδι - για άλλο λόγο φυσικά γράφτηκε, αλλά μου κόλλησε.

Τέλος ανοχής ή τέλος εποχής. Ή ίσως και τα δύο.