Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Τι να σπουδάσω;


Το θέμα της Παιδείας, μαζί με αυτό της Έρευνας, είναι φυσιολογικά τα αγαπημένα μου. Οι απόψεις μου για αυτά δεν είναι ούτε επαναστατικές, αλλά ούτε και ενταγμένες σε αυτά που ατυχώς θεωρούνται δεδομένα στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών.

Έχω αποφασίσει ότι προτιμάω για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση ένα υβριδικό σύστημα, συνδυασμό τυχαιότητας και εξεταστικής επίδοσης, με σκοπό την αποκλιμάκωση της έντασης του εξεταστικού συστήματος (περισσότερα εδώ). Επίσης, θεωρώ την κινητικότητα ανάμεσα στα Τμήματα των Σχολών, αλλά και ανάμεσα στις Σχολές, απολύτως απαραίτητη, κυρίως γιατί είναι υπερβολικά άδικο να ζητάμε από  νέους 18 χρονών να κάνουν σχεδόν τελεσίδικες επιλογές ζωής (περισσότερα εδώ).

Καταλαβαίνετε λοιπόν, ότι η παράκληση ενός γνωστού μου να συζητήσω με αυτόν και την κόρη του για την επιλογή του τμήματος προτίμησης της στον χώρο των επιστημών ζωής, μου φάνηκε αφενός ειλικρινά τιμητική για την εμπιστοσύνη του, όσο και ενδιαφέρουσα, αλλά και … αγχωτική. Η εμπειρία της κουβέντας μας για μια ώρα, ήτανε  πιθανότατα πιο χρήσιμη σε εμένα από ότι στον φίλο και την κόρη του, αλλά αποφάσισα ότι αξίζει να “δημοσιοποιήσω” το τελικό μας συμπέρασμα.

Πριν φτάσω σε αυτό, φυσικά και θα σας πω μια προσωπική ιστορία. 

Είμαστε στην δεκαετία του ’80. Δέσμες, τέσσερα μαθήματα στις εξετάσεις, και η βαθμολογία του Λυκείου μετράει στα μόρια το 1987! Και μάλιστα γερά: 5% η Α’ Λυκείου, 8% η Β’, και 12% η Γ’. Μαζί με το γεγονός ότι η Γ’ Λυκείου είχε 12 μαθήματα, άριστα ήτανε το 20 και τα 2,000 μόρια, αυτό μας διευκολύνει και στα μαθηματικά: η διαφορά του 18 από το 19 σε ένα οποιοδήποτε μάθημα της Γ’ Λυκείου στον έλεγχο, είναι ένα μόριο! Παρά την ‘θεωρία συνομωσίας’ που επικρατεί, στο Κολέγιο Αθηνών οι βαθμοί δεν χαρίζονταν. Με ένα 16.7 μέσο όρο στην Α’ Λύκειου, 17.4 στην Β’ Λύκειου, μπαίνω στο “Ιατρικό” (Β’ δέσμη τότε) με ένα τεράστιο μειονέκτημα. Άριστος στην Φυσική και στην Χημεία, με πολύ καλά Νέα Ελληνικά ώστε να μην με ανησυχεί η Έκθεση, αποφασισμένος να μάθω “απέξω” το βιβλίο Βιολογίας (γιατί αυτό ήταν τότε το ζητούμενο). Χωρίς φροντιστήρια (μόνον ‘Εκθεση μετά τα Χριστούγεννα) και ένα χαλαρό ιδιαίτερο στην Χημεία (έμαθα πολλά για την Όπερα και λιγότερα για την Χημεία), μηδενίζω την έτσι και αλλιώς σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνική μου ζωή, περιορίζω δραματικά τις ώρες προγραμματισμού του ZX Spectrum, κοιμάμαι καλά χωρίς ξενύχτια, και ξεδίνω με μια πορτοκαλί μπάλα. Αυτή η μπάλα είναι και η σωτηρία μου από το θέμα του άγχους: όταν την Παρασκευή γράφω Φυσική και έχει ημιτελικό στο Ευρωμπάσκετ το βράδυ, σκέφτομαι αν θα αντέξει ο Φάνης, όταν την Κυριακή δεν έχει υποκύψει από το άγχος ο Καμπούρης, δεν μασάω την Δευτέρα στην Χημεία. Απολογισμός 18 Φυσική, 17 Έκθεση, 19 Χημεία, 18.5 Βιολογία. Καθόλου άσχημα. 1812 μόρια.

Οι βάσεις ανακοινώθηκαν τον Αύγουστο, τις είδα στο teletext της Philips της Μαρίνας, στo Κάτω Χωριό. Η ονειρεμένη Ιατρική Κρήτης στα 1813 μόρια. Για ένα μόριο ρε πούστη μου, για ένα μόριο. Ένα 18 να ήτανε 19, το 12 των Αγγλικών 13! Για ένα μόριο. Η Βιολογία Αθηνών άνετη, μπήκα από τους πρώτους (3ος).

Και εδώ ξεκινάει το κωμικοτραγικό της ιστορίας. Το όνειρο του πατέρα μου ήτανε να μπω Οδοντιατρική! Καθότι βαριά άρρωστος, και η μικρή του αδερφή οδοντίατρος, το σκέφτεται απλά: ως οδοντίατρος έχω έτοιμη δουλειά! Την Ιατρική την δέχεται, αλλά το όνειρο του για εμένα είναι η Οδοντιατρική. Τα “μηχανογραφικά” (επιλογή τμημάτων) τότε συμπληρώνονταν πριν τις εξετάσεις. Το είχα συμπληρώσει μαζί με τον πατέρα μου: Ιατρική Αθηνών, Ιατρική Ηρακλείου, Οδοντιατρική Αθηνών, Βιολογία Αθηνών, Βιολογία Ηρακλείου. Ούτε είχα τολμήσει να του πω ότι με τίποτε δεν θα γινόμουνα οδοντίατρος. Απλά το επόμενο πρωί έσκισα το μηχανογραφικό, ζήτησα ένα άλλο, και το συμπλήρωσα χωρίς την Οδοντιατρική!

Όπως φυσικά καταλαβαίνετε, όταν βγήκαν οι βάσεις, ήτανε σαφές ότι έμπαινα στην Οδοντιατρική Αθηνών, εάν θυμάμαι καλά ήτανε λίγο πάνω ή λίγο κάτω από τα 1800 μόρια. Περιχαρής ο πατέρας μου, κέρασε τους φίλους, αύξησε το χαρτζιλίκι, και εγώ απλά δεν είπα κουβέντα, κερδίζοντας άλλες τρεις εβδομάδες διακοπών.


Πέρασαν οι τρεις εβδομάδες και βρεθήκαμε στην Αθήνα. Με το που έφτασε το καράβι, ανακοίνωσα ότι παίρνω το λεωφορείο και πάω να δω τους πίνακες εισαγωγής, και πέρασα δυο τρεις ώρες απόλυτου πανικού. Πως το λένε στον πατέρα μου; Όταν γύρισα σπίτι καθότανε στο τραπέζι της κουζίνας, η μάνα μου με το καλό της φουστάνι, πρέπει και να έκλαιγε πιο πριν, είχε προφανώς πάει με ταξί για να επιβεβαιώσει τον θρίαμβο. Δεν χρειάστηκε να μου το πουν, προφανώς είχαν δει ότι είχα εισαχθεί στο Βιολογικό.

Το καταφύγιο μου ήτανε οι φωνές. “Ε, τι στο διάολο, δεν θέλω να γίνω οδοντίατρος! Με τίποτε! Δεν το καταλαβαίνετε; Δεν με ενδιαφέρει!”. Ο πατέρας μου δοκίμασε να με κοιτάξει άγρια. Ξέσπασε όμως σε δυνατά γέλια. Μου έδωσε μια φιλική σφαλιάρα, και είπε ένα “Μπράβο αγόρι μου”. Μάλλον κάπου εκεί κατάλαβε ότι μπορούσε να φύγει σχετικά ήσυχος. Είχα μεγαλώσει αρκετά. Έφυγε, λίγους μήνες αργότερα. 

Εγώ από τότε πήρα πτυχίο, διδακτορικό, δεν μετάνιωσα. Κάποια στιγμή συγχώρησα και τον καθηγητή των Αγγλικών για το 12 και τον Γυμναστή για το 15. Για καλό ήτανε.

Πίσω στο 2016,  Skype.

“Τελικά κύριε Περράκη, με βάση αυτά που είπαμε για όλες αυτές τις Σχολές, και για τα μελλοντικά επαγγέλματα, και για τα μεταπτυχιακά, και όλα ήτανε πολύ χρήσιμες πληροφορίες, αλλά εσείς τελικά τι με συμβουλεύετε να σπουδάσω;”.


Χαμογέλασα για λίγο. Τι λένε τώρα; 

- “Αυτό που πραγματικά θέλεις. Κάτι που θα το κάνεις με κέφι και όρεξη, σε ένα χώρο που θα είσαι άνετα και θα νομίζεις ότι μαθαίνεις κάτι που πραγματικά σε ενδιαφέρει.”

Κάτι τέτοιο νομίζω είπα.

Την είδα να χαμογελάει την μελλοντική φοιτήτρια. 



Θα πάει καλά όπου και να πάνε οι βάσεις.