Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Κλήρωση για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση; - Huffington Post Greece


Σε παλαιότερους σχολιασμούς στο προσωπικό μου ιστολόγιο και στον τύπο, είχα κάνει κάποιες απόπειρες προτάσεων συνολικά για το πνεύμα της αναγκαίας μετάβασης σε μια νέα φιλοσοφία για την Παιδεία, είχα αναφέρει ανεκδοτολογικά κάποιες προσωπικές εμπειρίες, και είχα συζητήσει συστήματα επιλογής μαθητών για διάφορα επίπεδα εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Καθώς οι μέρες των Πανελλαδικών «εξετάσεων» πλησιάζουν, θέλω να εστιάσω στο σύστημα εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση, να συζητήσω εν συντομία τα θετικά και τα αρνητικά των Πανελλαδικών, και να κάνω μια αρκετά διαφορετική – εσκεμμένα προκλητική – πρόταση.
Το σύστημα των Πανελλαδικών δημιουργήθηκε στην αρχή της δεκαετίας του 1980, για να εξασφαλίσει διαφάνεια και να προσφέρει έναν αδιάβλητο τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Και το πέτυχε. Για την εποχή του στην Ελλάδα αποδείχθηκε μια εξαιρετική λύση, που έδωσε ίσες ευκαιρίες σε μαθητές ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση και ανεξάρτητα από το εισόδημα των γονιών τους. Σταδιακά όμως, τα προβλήματα του συστήματος έχουν υπερκεράσει  τα σαφή του πλεονεκτήματα, αυτά της διαφάνειας και την αδιαβλητότητας.
Οι Πανελλαδικές πάντα λέγονταν “εξετάσεις” αλλά ποτέ δεν ήτανε σύστημα εξετάσεων. Οι Πανελλαδικές ήταν και είναι διαγωνισμός για έναν αριθμό πεπερασμένων θέσεων φοίτησης. Κάθε χρόνο περίπου 100,000 υποψήφιοι, διαγωνίζονται για περίπου 70,000 θέσεις, οι 5,000 περίπου από τις οποίες είναι περιζήτητες. Η πρώτη μου διαπίστωση λοιπόν, είναι ότι ο διαγωνιστικός χαρακτήρας ακυρώνει με απόλυτο τρόπο και τα επιχειρήματα για την «βάση του δέκα». Η βάση είναι για εξετάσεις, και όχι για διαγωνισμούς. Και για αυτό τον λόγο, είναι θετικό ότι οι απολυτήριες εξετάσεις του Λυκείου, έχουν αποδεσμευθεί από τον διαγωνισμό για θέσεις στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, τις  Πανελλαδικές.
Mια και πρόκειται περί διαγωνισμού λοιπόν, καλό θα ήταν να πάψουμε να μιλάμε για «μόρια», και «βάσεις», και «βαθμούς». Πιστεύω οτι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει, ώστε να μιλάμε για βαθμολόγηση σε σχέση με τους συνηποψήφιους στον διαγωνισμό. Ο σωστός τρόπος για την ποσοτικοποίηση της επίδοσης του κάθε υποψηφίου σε σχέση με άλλους, είναι κάθε υποψήφιος να κατατάσσεται σε κάποιο «εκατοστημόριο» σε σχέση με τους συνηποψηφίους του, σε κάθε εξεταζόμενο μάθημα. Ο λόγος είναι απλός: το «πήρα 18 στα μαθηματικά» δεν σημαίνει κάτι σε ένα διαγωνισμό. Αντίθετα, το «είμαι στο 90ό εκατοστημόριο στα μαθηματικά» σημαίνει ότι ο βαθμός μου ήταν καλύτερος απο το 90% των εξεταζόμενων. Αυτή η μικρή αλλαγή θα σταματούσε και όλη την παραφιλολογία σε σχέση με την δυσκολία των θεμάτων, και αν ανέβηκαν ή έπεσαν οι βαθμοί ...
Η απλή παραδοχή της σχετικοποίησης της βαθμολογίας σε σχέση με άλλους υποψηφίους, θα οδηγούσε και σε μία άλλη απλοποίηση: κάθε σχολή θα μπορούσε να θέσει κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις για την εισαγωγή φοιτητών σε αυτή. Π.χ. παρότι τα εξεταζόμενα μαθήματα για εισαγωγή στο Τμήμα Μαθηματικών, Χημείας και Βιολογίας μπορεί να είναι τα ίδια, το τμήμα Μαθηματικών μπορεί να απαιτεί να βρίσκονται όλοι οι μέλλοντες φοιτητές του, π.χ. στο 90% στα Μαθηματικά ενώ το Βιολογικό να απαιτεί μόνον 50% στα Μαθηματικά αλλά 90% στην Βιολογία, και το Χημικό 90% στην Χημεία. Προσοχή: 50% στα Μαθηματικά, δεν είναι η βάση (το «10»), αλλά σημαίνει ότι κάποιος έγραψε καλύτερα απο τους μισούς υποψηφίους. Προτείνω επίσης, κάθε Τμήμα να ορίζει συντελεστή βαρύτητας για όποια μαθήματα επιθυμεί. Οι μαθηματικοί θα μπορούσαν να θέσουν μεγάλο συντελεστή βαρύτητας στα Μαθηματικά και μικρό στην Χημεία, και οι Χημικοί μπορούν να κάνουν το αντίθετο.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σημειώσω, ότι χρειαζόμαστε περισσότερα τεστ δεξιοτήτων ως μέρος των Πανελλαδικών. Όπως έχουμε π.χ. το “Σχέδιο” στην αρχιτεκτονική, θα μπορούσαμε να έχουμε τεστ δημιουργικότητας (σε πολλά επιστημονικά πεδία) ή ενσυναίσθησης (για την ψυχολογία, την ιατρική ή τις νοσηλευτικές σχολές).
Με το που θα γίνονται γνωστά τα αποτελέσματα, ο κάθε υποψήφιος θα μπορούσε – ηλεκτρονικά - να βλέπει σε ποιά τμήματα έχει επιτύχει την προαπαιτούμενη ελάχιστη επίδοση στα συγκεκριμένα μαθήματα που θα έχουν ορισθεί από κάθε Σχολή ή Τμήμα,  και να μπορεί να κάνει τις επιλογές του. Η επιλογή αυτή γίνεται και σήμερα, αλλά θα μπορούσε να γίνεται πλέον από μια πιο περιορισμένη λίστα για την οποία ο φοιτητής θα έχει συγκεντρώσει την ελάχιστη βαθμολογία, για όπου υφίσταται. Κάθε τμήμα φυσικά, συνεχίζει να έχει και ορισμένο αριθμό θέσεων όπως σήμερα – τον οποίον πρέπει επιτέλους να μην ορίζει κεντρικά το Υπουργείο, ή τουλάχιστον να παίρνει πιο σοβαρά τις προτάσεις των τμημάτων.
Εδώ φτάνουμε και στην πιο «επαναστατική» πρόταση. Πριν την κάνω, θα σας ζητούσα να αναρωτηθείτε για κάτι: πιστεύετε ότι ένας μαθητής με 18,648 μόρια θα γίνει σίγουρα καλός γιατρός και ένας με 18,467 μόρια όχι; Πριν απαντήσετε σκεφτήτε και το εξής: Η διαφορά ανάμεσα στο 16.7 και στο 16.8 στην Νεοελληνική Γλώσσα είναι περίπου 20 μόρια - και όχι ενα μόριο! Πιστεύετε λοιπόν, ότι ένας μαθητής με 16.8 στη Νεοελληνική Γλώσσα θα γίνει σίγουρα καλός γιατρός και ένας με 16.7 όχι; Η δικιά μου άποψη είναι σαφώς ότι τέτοιες μικρές διαφορές είναι έτσι κι αλλιώς εντελώς τυχαίες, ακόμα και στο καλύτερο εξεταστικό σύστημα. Ακόμα και μεγαλύτερες διαφορές, το 18 και το 19 στην Χημεία για παράδειγμα, είναι τυχαίες διαφορές. Οι ίδιοι μαθητές, σε μια διαφορετική μέρα ή με διαφορετικά θέματα θα μπορούσαν να είχαν γράψει αντίστροφα αποτελέσματα. Φυσικά, καμία σχέση δεν υπάρχει ανάμεσα στον μαθητή του 9 και του 19 π.χ. στα Μαθηματικά. Συνεχίζω με αυτή την σημαντική παραδοχή, ότι στην βαθμολόγηση μαθημάτων, υπάρχει ο παράγοντας της τύχης και της “ημέρας”, όπως και στον αθλητισμό.
Προτείνω λοιπόν,  κάθε μαθητής να παίρνει τόσα μόρια όσα το ακριβές εκατοστημόριο στο οποίο κατατάχθηκε, και ο μέσος όρος - λαμβάνοντας υπόψιν και τον συντελεστή βαρύτητας - να υπολογίζεται. Το εκατοστημόριο αυτό θα είναι η ποσοτικοποιημένη αξιολόγηση του κάθε υποψήφιου. Με άλλα λόγια, ο κάθε υποψήφιος θα ανήκει απο το 1ο ως το 100ο εκατοστημόριο για κάθε υπάρχων Γνωστικό Πεδίο ή Ομάδα Προσανατολισμού, σε μια πολύ πιο “χονδρική” βαθμολογία από ότι το σημερινό 1-20,000 ή και το παλιότερο 1-2,000: η σημερινή αλλά και η παλαιότερη ακρίβεια στον υπολογισμό του βαθμού του υποψηφίου είναι ψευδεπίγραφη και στατιστικά αμελητέα.
Η «βαθμολογία», ή καλύτερα η «κατάταξη» πλέον, θα είναι πολύ πιο κατανοητή: από τους περίπου  100,000 υποψηφίους, 1,000 θά έχουν 100, 1,000 θα έχουν 99, και ούτω καθεξής. Η εντελώς ψευδεπίγραφη σημερινή ακρίβεια βαθμολόγησης, που δεν έχει καμια απολύτως παιδαγωγική ή στατιστική βάση, θα εξαφανιζόταν. Ο «βαθμός» θα ήταν κατανοητός άμεσα σε σχέση με τους συν-διαγωνιζόμενους: το «έχω 16,312 μόρια» δεν σημαίνει τίποτε και μπορεί και να είναι ανάλογα με το ακροατήριο θετικά η αρνητικά αποπροσανατολιστικό. Το «είμαι στο 85ο εκατοστημόριο» είναι σαφές: ο μαθητής αυτός τα πήγε καλύτερα απο το 85% των συνυποψηφίων του.
Συγχρόνως, με βάση την αντικειμενική πλέον παραδοχή της αδυναμίας προσδιορισμού της ακριβούς “αξίας” του υποψηφίου, η κατάταξη στο 1-100, μας φέρνει σε ένα ακόμα δίλημμα: είναι αλήθεια οι καλύτεροι αυτοί με το 100; Μήπως αυτοί με το 99 είναι τουλάχιστον το ίδιο καλοί; Έχουμε το ιδιο πρόβλημα με το 18,748 και το 18.647 αλλά το λέμε διαφορά ανάμεσα στο 98 και το 99! Σε αυτό το σημείο λοιπον, προτείνω και ... μία κλήρωση.
Οι 1,000 «άριστοι» μαθητές θα έχουν 100 «λαχνούς», οι επόμενοι χίλιοι (επίσης άριστοι ...) 99, και οι τελευταίοι  από 1 «λαχνό». Στην κλήρωση αυτή η πρόταση μου είναι να κληρώνεται ο μαθητής (με βάση τον ειδικό κωδικό αριθμό του). Ο άριστος θα έχει εκατό φορές μεγαλύτερες πιθανότητες από το «τουρίστα» να κληρωθεί. Όταν ένας μαθητής κληρώνεται, το σύστημα μπορεί να ελέγχει έαν η σχολή πρώτης προτίμησης του έχει ελεύθερες θέσεις. Εάν ναι, ο υποψήφιος καταλαμβάνει την θέση. Εάν όχι, το σύστημα κοιτάει την επόμενη σχολή, κ.τ.λ. μέχρι να βρεθεί κάποια προτίμηση του υποψηφίου με ελεύθερες θέσεις. Έτσι, αυτός που κληρώνεται πρώτος, θα μπορεί να μπει σε όποια σχολή έχει δηλώσει ως πρώτη προτίμηση, ενώ όσο πιο μετά κληρώνεται κάποιος τόσο μικρότερες πιθανότητες θα έχει να βρεθεί στην σχολή πρώτης προτίμησης του. Αυτοί με τους καλύτερους βαθμούς όμως, θα έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να κληρωθούν νωρίς.
"Δύο λεπτά" – ίσως σκεφτήκατε – "έτσι θα μπουν και τα «στουρνάρια» στην Νομική και στην Ιατρική, απλά και μόνο από τύχη! Καταργούμε την Αριστεία!". Όχι. Κάθε Σχολή θα έχει θέσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις, και έτσι δεν θα είναι επιλέξιμη από μαθητές με κακή βαθμολογία σε κρίσιμα για το αντικείμενο σπουδών γνωστικά αντικείμενα. Το σύστημα θα μπορούσε να έχει και άλλες ασφαλιστικές δικλείδες - π.χ. εάν μια σχολή είναι περιζήτητη, π.χ. η Ιατρική Αθηνών, και έχει επιλεχθεί από υπερβολικά πολλούς υποψηφίους σε σχέση με τις θέσεις, να «κλειδώνει» μια βάση εισαγωγής, που να επιτρέπει κλήρωση μόνον στους καλύτερους εκ των υποψηφίων που την επέλεξαν ως πρώτη επιλογή.
Γιατί όμως κλήρωση και όλα τα άλλα; Ποιά θα είναι τα πλεονεκτήματα ενός τέτοιου συστήματος;
  • Ο διαγωνιστικός χαρακτήρας της εισαγωγής θα είναι σαφής σε όλους, μια και οι βαθμοί-εκατοστημόρια θα είναι συγκριτικοί και θα σταματήσει η παραφιλολογία των βάσεων και της βαθμολαγνείας. 
  • Μια και οι μικρές διαφορές στην βαθμολογία θα είναι λιγότερο σημαντικές λογω της στρογγυλοποίησης αλλά και της κλήρωσης, θα υπάρξει μια σταδιακή αποσυμπίεση από την υπερβολική πίεση των εξετάσεων, σταδιακή ελάττωση της φροντιστηριακής παιδείας, και σταδιακή εστίαση στον επαγγελματικό προσανατολισμό και στην κατάκτηση της ύλης σε βάθος
  • Οι σχολές θα γίνουν εκ των πραγμάτων προσβάσιμες στους φοιτητές που πραγματικά το επιθυμούν, λόγω και της κλήρωσης.  Ο φοιτητής που θέλει πράγματι να γίνει π.χ. Βιολόγος, θα βάλει την Βιολογία ως πρώτη προτίμηση, και δεν θα γεμίζουν τα Βιολογικά με αποτυχώντες φοιτητές της Ιατρικής, που απλά έτυχε να έχουν οριακά καλύτερη βαθμολογία: και η ψυχολογία της επιλογής αλλά και η στοχαστικότητα του συστήματος συνηγορούν προς αυτό το συμπέρασμα. Προσομοιώσεις του συστήματος, αλλά και η εμπειρία από παρόμοια συστήματα, θα έδειχνε ότι σταδιακά, σε βάθος ελάχιστων χρόνων απαραίτητων για να εξορθολογίσουν οι ίδιοι υποψήφιοι τις επιδιώξεις τους σε σχέση με τις επιδόσεις τους, το σύστημα θα ισορροπούσε και θα είχαμε ίσως και περισσότερους από το 80% των φοιτητών να φοιτούν στην πρώτη τους επιλογή.
Τα μειονεκτήματα λίγα, πέραν από ένα αίσθημα αδικίας σε αυτούς που δεν θα μπαίνουν στην σχολή της αρεσκείας τους – ένα πρόβλημα που ήδη υπάρχει έτσι κι αλλιώς, αλλά πλέον θα είναι πιό εύκολο να αντιμετωπιστεί καλύτερα από το άγχος της αποτυχίας «για ένα-δύο μόρια». Το αίσθημα της αδικίας και της απελπισίας του «μα αν μου είχε βάλει 19 αντί για 18 ο δεύτερος εξεταστής στην Βιολογία θα ήμουν στην σχολή που ήθελα» είναι πολύ χειρότερο από το αίσθημα της ατυχίας σε μια κλήρωση
Είμαι βέβαιος, ότι το προτεινόμενο σύστημα, μπορεί να βελτιωθεί σε πολλά. Αλλά οι βασικές ιδέες, ίσως έχουν την προοπτική να μετασχηματίσουν το σύστημα εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση, χωρίς κατάργηση εξετάσεων και άλλα μεγαλόσχημα σχέδια, αλλά με σταδιακή αποσυμπίεση της πίεσης και μετάβαση στην έμφαση στο σωστό επαγγελματικό προσανατολισμό και στην απόκτηση πραγματικών γνώσεων και δεξιοτήτων και όχι απλά στην κατάκτηση καλής βαθμολογίας.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Αιρετικές σκέψεις για την χρηματοδότηση της έρευνας


Η προηγούμενη ανάρτηση του ιστολογίου, σίγουρα δεν έτυχε μεγάλης ή έστω μέτριας αναγνωσιμότητας, αλλά οδήγησε σε μια εξαιρετική συζήτηση, με κάποιους εξαιρετικούς συναδέλφους στο Facebook.

Η συζήτηση αυτή με οδήγησε σε ορισμένες πιο συγκεκριμένες σκέψεις και προτάσεις, τις οποίες δεν περιμένω να συμμερίζονται όλοι οι συζητητές, αλλά οι σκέψεις τους σίγουρα επηρέασαν τις δικές μου θέσεις. Νομίζω πάντως, ότι όλοι συμφωνούμε ότι η αξιολόγηση των αιτήσεων χρηματοδότησης από συναδέλφους ερευνητές, είναι σαν την δημοκρατία: έχει τεράστια προβλήματα, αλλά είναι ότι καλύτερο έχουμε. Την δημοκρατία μας αφενός δεν θα έλεγα ότι την χειριζόμαστε με τον καλύτερο τρόπο, αφετέρου δεν θα μπορούσα να κάνω συγκεκριμένες προτάσεις για πως να την βελτιώσουμε. Θα εξαντλήσω την  ματαιοδοξία μου λοιπόν, καταθέτοντας κάποιες σκέψεις για το πως θα ήθελα εγώ να οργανωθεί η χρηματοδότηση της έρευνας στην Ελλάδα. Θεωρώ ότι όλες αυτές οι προτάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω του ΕΛΙΔΕΚ που θεωρώ εξαιρετική πρωτοβουλία με εξαιρετική στελέχωση και σοβαρά πρώτα δείγματα προσπάθειας, παρά ορισμένες ατυχείς επιλογές.

1. Καμία απολύτως προσωπική υποτροφία για εκπόνηση διδακτορικών διατριβών. Τις προτάσεις έρευνας των υποψηφίων τις γράφουν κατά κανόνα οι επιβλέποντες, και ο βαθμός πτυχίου και οι εξετάσεις σε μαθήματα είναι παντελώς άχρηστα κριτήρια για την ερευνητική επιτυχία.

2. Χρηματοδότηση μεταδιδακτορικών (δηλαδή ερευνητών χωρίς θέση σε Πανεπιστήμιο ή ερευνητικό κέντρο) σε τρεις κατηγορίες:
  • Με εμπειρία 0-4 χρόνων από το διδακτορικό. Χρηματοδότηση προσωπικού μισθού για τρία χρόνια και αναλώσιμων, όπου χρειάζονται.
  • Με εμπειρία 4-12 χρόνων από το διδακτορικό. Χρηματοδότηση προσωπικού μισθού για πέντε χρόνια, ενός ή δύο υποψηφίων διδακτόρων για τέσσερα χρόνια, αναλώσιμων, όπου χρειάζονται, και μηχανημάτων μικρής αξίας.
  • Με εμπειρία 3-8 χρόνων από το διδακτορικό των ερχόμενων μετά από τουλάχιστον 3 χρόνια συνεχούς εγκατάστασης στο εξωτερικό. Χρηματοδότηση προσωπικού μισθού για πέντε χρόνια, δύο υποψηφίων διδακτόρων για τέσσερα χρόνια, αναλώσιμων, όπου χρειάζονται, και μηχανημάτων μεσαίας αξίας και ενός "πακέτου μετεγκατάστασης" για προσωπικά έξοδα.
Σε αυτές τις αιτήσεις προτείνω δύο κύκλους επιλογής:
  • Αρχική αίτηση σε δυο σελίδες. Στην πρώτη σελίδα μια γραμμή ανά πτυχίο και την ερευνητική πρόταση σε περίληψη 400 λέξεων και ενός διαγράμματος (400x400 πίξελ, το ονομαζόμενο graphical abstract), και την πλήρη βιβλιογραφική αναφορά τριών εργασιών τους από τα τελευταία πέντε χρόνια, που να υποστηρίζουν την εμπειρία τους σε σχέση με το προτεινόμενο θέμα έρευνας. Στην δεύτερη σελίδα ανάπτυξη της πρότασης με όποιον τρόπο θέλουν. Δύο σελίδες. Μόνον. Για να τις διαβάσουν πραγματικά οι κριτές.
  • Επιλογή ενός αριθμού υποψηφίων 2-3 φορές παραπάνω από τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων, και κατάθεση πρότασης τεσσάρων σελίδων, και πλήρους βιογραφικού σε δυο σελίδες. Συνεντεύξεις 20 λεπτών όλων στην επιτροπή. Για να διαπιστωθεί ποιος έγραψε την δικιά του πρόταση, και για ποιόν την έγραψε το εργαστήριο αποδοχής.
3. Χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων για ερευνητές με οργανικές θέσεις σε Πανεπιστήμια ή ερευνητικά κέντρα, σε δύο κατηγορίες. Εδώ απλά θα προτείνω την ευθυγράμμιση με τα πρότυπα της ERC. Με μία σημαντική διαφορά: την υιοθέτηση του βιογραφικού των αιτήσεων του NIH. Γιατί το τρίτο τμήμα "Η συνεισφορά μου στην επιστήμη" είναι ότι δυσκολότερο έχω γράψει στην ζωή μου.

Προτείνω επίσης δύο πολύ σημαντικά στοιχεία.
  1. Την απαγόρευση αναφοράς βιβλιογραφικών δεικτών, h-index, έτερο-αναφορές και λοιπά. Υποχρεωτική αναφορά όμως τους ORCID για όλους. 
  2. Την απαγόρευση οποιασδήποτε δικαιολόγησης και αναφοράς "εφαρμογής" και "οικονομικού αποτελέσματος" και αντικατάσταση της με 300 λέξεις "Συνεισφορά της έρευνας μου στην Κοινωνία". Εδώ θα σημειώσω, ότι σημαντικότατη συνεισφορά της έρευνας στην κοινωνία είναι και το οικονομικό αποτέλεσμα, και η εφαρμογή.

Κλείνω αναφέροντας ένα απόσπασμα από την έκθεση toy Vannevar Bush Διευθυντή του Γραφείου Επιστημονικής Έρευνας και Ανάπτυξης, προς το Πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Ιούλιο του μακρινού 1945, που μου θύμισε ένας από τους συζητητές (Μ.Α.) χθες:

"Ο πιο απλός και αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση μπορεί να ενισχύσει τη βιομηχανική έρευνα είναι η υποστήριξη της βασικής έρευνας και η ανάπτυξη επιστημονικών ταλέντων."








    Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

    Η Έρευνα και η Οικονομία - Huffington Post Greece


    Ο Tim Taylor (τον οποίον φαντάζομαι ότι δεν έχετε ξανακούσει στην ζωή σας εκτός εάν είστε εξελικτικός βιολόγος) πριν από λίγες βδομάδες έγραψε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο στο blog του, που μαζί με το απαραίτητο Tweet, έτυχε μεγάλης αναγνωσιμότητας (για τα δεδομένα του χώρου), και έφτασε και στα χέρια μου, εν μέσω Ολλανδικών εκλογών. Ο τίτλος του άρθρου δεν χρειάζεται μεγάλη επεξήγηση: «Κάθε προσπάθεια επαγγελματικής διαχείρισης της ακαδημαϊκής κοινότητας, κάνει τα πράγματα χειρότερα». 
    Αντί να επαναλάβω την ανάλυση, η οποία άλλωστε είναι εύκολα προσβάσιμη στο διαδίκτυο για όποιον ενδιαφέρεται, θα μεταφέρω αρχικά το παρακάτω ανέκδοτο (το οποίο αρχικά δεν μπόρεσα να θυμηθώ που είχα διαβάσει αλλά όπως μου επισήμανε ο φίλος και συνάδελφος ΜΑ είναι από ένα μυθιστόρημα του Leo Szilard). Όταν στο παρελθόν ένας Αμερικανός πρόεδρος θέλησε να καταστρέψει την επιστημονική έρευνα αλλά «διακριτικά» για να μην εχει προβλήματα με την κοινή γνώμη (άλλες εποχές - ο νυν πρόεδρος, απλά σκοπεύει να διακόψει ένα σημαντικό κομμάτι της επιστημονικής χρηματοδότησης) είχε την εξής ιδέα: έφτιαξε ένα Ινστιτούτο Έρευνας, στο οποίο έδωσε αρκετά εκατομμύρια δολλάρια. Στο Διευθυντικό Συμβούλιο έβαλε τους καλύτερους επιστήμονες της χώρας. Το Ινστιτούτο μετά έκανε διαγωνισμούς για την χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων. Οι κατά τεκμήριο καλύτεροι επιστήμονες της χώρας αλλά και πολλοί άλλοι φιλόδοξοι ερευνητές, πέρασαν μήνες γράφοντας ερευνητικές προτάσεις. Αυτές τις έκριναν με απόλυτη διαφάνεια άλλοι ακόμα πιο διάσημοι επιστήμονες. Μετά απο επίπονη και ειλικρινή εργασία το Διοικητικό Συμβούλιο επέλεξε τις καλύτερες προτάσεις και τις χρηματοδότησε από το διαπίστευμα του ιδρύματος. Με αυτόν τον τρόπο, τα καλύτερα μυαλά της χώρας σπαταλούν πλέον τον χρόνο τους στο να προσπαθούν να χρηματοδοτήσουν την έρευνα τους, αντί να απασχολούνται με την διατύπωση νέων ερωτημάτων και με το να βρουν τους τρόπους να απαντηθούν τα πιο σημαντικά ερωτήματα της επιστήμης. Έτσι, η επιστημονική έρευνα σιγά-σιγά αλλά σταθερά καταστρέφεται. σύμφωνα με το Μακιαβελικό αυτό σχέδιο.
    Υπερβολές; Βεβαίως. Ας ξεκαθαρίσω λοιπόν ότι ως «γραντικοδίαιτος» ερευνητής, δεν είμαι ολοκληρωτικά εναντίον της ανταγωνιστικής χρηματοδότησης και βλέπω π.χ. θετικά τις πρωτοβουλίες του Υπουργείου στην Ελλάδα (ΕΛΙΔΕΚ). Αλλά μια και στην καθημερινότητα μου, επενδύω πολύ χρόνο στο να γράφω νέες ερευνητικές προτάσεις, να συντάσσω αναφορές προόδου ερευνητικών προγραμμάτων, και να κρίνω ερευνητικές προτάσεις συναδέλφων, ομολογώ ότι έχω έναν υφέρποντα σκεπτικισμό για το εάν ο χρόνος μου επενδύεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
    Αλλά πως μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα; Ο Tim Taylor παρέθεσε σε αυτό το σημείο ένα κείμενο του Tim Harford, τον οποίον κατά πασα πιθανότητα επίσης δεν έχετε ξανακούσει στην ζωή σας εκτός εάν διαβάζετε τακτικά τους Financial Times ή παρακολουθείτε το blog του:
    «Η βασική αρχή για κάθε σύστημα κινήτρων είναι η εξής: μπορείτε να μετρήσετε ό,τι έχει σημασία για μια δουλειά; Αν δεν μπορείτε, τότε τα πανίσχυρα οικονομικά κίνητρα θα οδηγήσουν σε κοντόφθαλμη ή στενόμυαλη αντιμετώπιση, είτε σε απροκάλυπτη νοθεία. Αν μια δουλειά είναι πολύπλοκη, πολύπλευρη και περιλαμβάνει λεπτούς συμβιβασμούς, η καλύτερη προσέγγιση είναι να επιλέξετε να προσλάβετε τους κατάλληλους ανθρώπους, να τους καταβάλετε έναν καλό και ρεαλιστικό μισθό, και να τους αφήσετε να κάνουν τους δουλειά τους όσο καλύτερα ξέρουν και μπορούν
    Στην επιστήμη πρέπει να είναι κάποιος επιεικώς ηλίθιος για να πιστεύει ότι τα πάντα μπορεί να μετρηθούν: h-index, έτερο-αναφορές, αριθμός δημοσιεύσεων, δείkτης απήχησης περιοδικών, τα πάντα είναι απλές απόπειρες. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε όλα όσα έχουν σημασία για έναν καλό επιστήμονα, και για αυτό - σωστά - οι αξιολογήσεις ποτέ δεν (πρέπει να) γίνονται με βάση αριθμητικούς δείκτες και μόνον. Εάν θέλουμε έρευνα και δημοσιεύσεις υψηλής ποιότητας, είναι πολύ πιθανόν ότι η καλύτερη προσέγγιση είναι να κάνουμε την μέγιστη προσπάθεια να επιλέξουμε τους καλύτερους ερευνητές, να τους πληρώσουμε έναν δίκαιο μισθό, και να τους αφήσουμε να κάνουν την δουλειά τους.
    Αναρωτιέμαι εάν στην οικονομική πολιτική μπορούμε πράγματι να μετρήσουμε τα πάντα.